ἀκακαλίς

ἀκακαλίς, -ίδος
Grammatical information: f.
Meaning: name of several plants (Dsc.). Cf. ἀκακαλλίς ἄνθος ναρκίσσου, Κρῆτες H.
Other forms: κακαλίς· νάρκισσος H. κακκαλία = στρύχνον ὑπνωτικόν Dsc. 4, 72 and 122. Further κὰγκανον = κακ(κ)αλία Gal., Paul. Aeg.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: One assumes oriental origin, possibly Egyptian (but why?). Fur. 371, 277 (cf. 138) compares κακαλίς and κάγκανον, which prove Pre-Greek origin. Cf. also ἀκακία.
Page in Frisk: 1,49

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • κακ(κ)αλία — κακ(κ)αλία, ἡ (Α) 1. το φυτό στρύχνο το υπνωτικό 2. το ποώδες φυτό μερκουριαλίς. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Εικάζεται πιθ. σχέση με την αιγυπτιακής προελεύσεως ονομασία φυτών ακακαλίς] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.